10 μέρες στη Κρήτη
10 Μέρες & 1.000 χιλιόμετρα στη Κρήτη με «Παπάκι»
Κάποτε μία φίλη που πήγε για σπουδές στην Αμερική, ερχόμενη για διακοπές στην Ελλάδα μου είπε ότι τη ρωτήσανε τα Αμερικανάκια (που είναι γνωστό ότι είναι αγεωγράφητα) από πού είναι και όταν αυτή τους είπε «από τη Κρήτη» γυρίσανε και της είπαν «α, κάπου κοντά στην Ελλάδα δεν είναι αυτή;». Ε, παρόλη την ασχετοσύνη τους, δεν θα μπορούσαν να είναι πιο περιγραφικοί για τις διαφορές αναμεταξύ αυτού του τόπου και της υπόλοιπης χώρας!
Κατά αρχάς, δεν έχουν κρίση. Ούτε είχαν, ούτε έχουν, ούτε κι θα έχουν. Ποτέ! Όχι γιατί δεν έχουν κάνει κι αυτοί τις λαμογιές τους, όχι γιατί δεν έχουν υπάρξει κι εκεί καταχρήσεις και προδοτικές πολιτικές, αλλά γιατί ο ευλογημένος αυτός τόπος τα έχει όλα. Από τον τουρισμό μέχρι την αγροτική παραγωγή και από την ενέργεια, και δη τις εναλλακτικές μορφές, μέχρι την αλιεία. Προπαντός, όμως, οι άνθρωποι είναι τόσο χαλαροί και πέρα των ρυθμών που η υπόλοιπη Ελλάδα «χορεύει», που φτάνει κανείς να πιστέψει ότι είναι η ρακή και ο μπάφος!
Δεν εξηγείται αλλιώς το γιατί, ακόμα και στα πιο απομακρυσμένα χωριά, αναζητώντας ένα δωμάτιο οι τιμές που ζητάνε κυμαίνονται πέριξ του πενηντάρικου, λες και πρόκειται για το τίποτα. Μόνο όταν τους δείξεις στο internet τις ευκαιρίες της τάξεως των 15 ευρώ που τα πολυτελή ξενοδοχεία της Χερσονήσου χρεώνουν τους τουρίστες μέσω των ταξιδιωτικών γραφείων πείθονται ότι οι εποχές έχουν αλλάξει. Α, και μόνον εάν τους μιλήσεις στα ξένα!
Από την άλλη, αφού βγει από τη μέση το «επιχειρηματικό», σου φέρονται με πρωτόγνωρη φιλοξενία που σε φτάνει να πεις «και τι έγινε που με χρέωσε 30 ευρώ για το δωμάτιο όταν η ρακή και οι μεζέδες που με κέρασε αξίζουν 20;». Τελικά ποιος είναι υλιστής, αυτοί ή εγώ;
Από κει και πέρα, δυστυχώς υπάρχουν μέρη που επιβεβαιώνουν τον κανόνα που θέλει τον τουρισμό να τα έχει «χαλάσει». Τέτοιο, για παράδειγμα, είναι τα Μάταλα, το περίφημο μέρος των χίπηδων, που σήμερα βρίθει από ταβέρνες, νοικιαζόμενα δωμάτια και κάμπινγκ. Τέτοιο μέρος, όμως, δεν είναι η Μηλιά, το αγροτουριστικό χωριό που αναστηλώθηκε πάνω στα θεμέλια του μεσαιωνικού οικισμού και ακόμη και σήμερα λειτουργεί χωρίς ρεύμα και άλλες παροχές. Και μπορεί να χρεώνουν τα δωμάτια 90 ευρώ, αλλά το εστιατόριό του προσφέρει καθαρά και εύγεστα φαγητά σε τιμές απολύτως λογικές για την εποχή μας.
Αλλά ας αναφερθώ λίγο πιο αναλυτικά σε αυτά που είδα και σε αυτά που βίωσα. Κατ’ αρχάς, το συμβάν με το ενοικιαζόμενο δωμάτιο, που αλλιώς χρεώνεται στον Έλληνα και αλλιώς στο ξένο, είναι πέρα για πέρα αληθινό! Μπαίνω στα Ανώγεια και ζητάω ένα δωμάτιο. «40 ευρώ» μου λέει η σπιτονοικοκυρά. «Μα, είναι εκτός εποχής, είμαι ο μόνος τουρίστας στο χωριό και είναι ήδη οκτώ το βράδυ και θα φύγω νωρίς το πρωί!», «τι να σου κάνω», μου λέει, «έτσι έχουν εδώ οι τιμές, αν μπορείς να βρεις καλύτερη μπράβο σου…».
Μία, δύο, τρείς, παίρνω σβάρνα τα δωμάτια, η ίδια τιμή παντού, καρτέλ! Λέω στον εαυτό μου «ρε μπας…» και στην επόμενη πόρτα που χτυπώ ρωτάω τη γριά με άπταιστη αγγλική προφορά (που τη κατέχω) «ντου γιου χαβ ε ρουμ;». «Θέρτι γιούρο», λέει αυτή. «οκ, θανκ γιου, άι ουιλ γκόου του λουκ αράουντ». «Γουέιτ, τουέντι γιούρο!», «ουιδ μπρέκφαστ;» τη ρωτάω εγώ, «γιες, ουιδ κόφι αντ καλτσουνάκια, ντου γιου νόου καλτσουνάκια;», «νόου» αποκρίθηκα με, ομολογουμένως, μεγάλη δυσκολία να υποκριθώ ότι δεν καταλαβαίνω. «Οκ, νάου γκιβ μι γιορ πάσπορτ» μου λέει και της βγάζω την ελληνική ταυτότητα. «Δε ντρέπεσαι να είσαι Έλληνας και να κάνεις παζάρια;» μου λέει έξαλλη. «Δε ντρέπεσαι να χρεώνεις διπλά τους Έλληνες!» της λέω εγώ. «Ναι, αλλά οι Έλληνες δεν ξέρουν τις τιμές που οι ξένοι βρίσκουν από το internet!». Βγάζω και της δείχνω από το κινητό τις τιμές που έβρισκα στα πολυτελή ξενοδοχεία της Χερσονήσου, δηλ. 10 και 15 ευρώ για αυτή την εποχή και με μεγάλη δυσφορία με πάει στο δωμάτιο, μου δίνει το κλειδί και φεύγει μουρμουρίζοντας.
Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε άλλες δύο φορές, όπως και όταν θέλησα να ενοικιάσω αυτοκίνητο για δύο μέρες: 15 ευρώ τη μέρα (ως «ξένος»)! Δεν ξέρω τι να πω, παρά μόνον πως άμα πάτε στη Κρήτη και δεν το κατέχετε το Αγγλικό με ιδιαίτερη πειστική προφορά, «παίξτε» το Ισπανοί, Ιταλοί ή Ρώσοι (π.χ. «σκούζι, ίο βόγλιο ούνα κάμερα περ ούνα νότε»). Εδώ που τα λέμε, μήπως το ίδιο ισχύει και σε άλλα μέρη της Ελλάδας; Θα το δοκιμάσω!
Κατά τ’ άλλα, όπου υπάρχουν δίπλα-δίπλα ομοειδείς επιχειρήσεις λειτουργεί με επιτυχία ο ανταγωνισμός. Για παράδειγμα, στα Μάταλα μπροστά στο κύμα τα μπαράκια προσφέρουν τη μπύρα στα δύο ευρώ. Αλλά άμα πας λίγο παραπέρα για να φας ένα σουβλάκι στο μοναδικό σουβλατζίδικο της περιοχής, το μεν σουβλάκι έχει τρία (!) ευρώ, η δε μπύρα στο σουβλατζίδικο επίσης τρία (χωρίς απόδειξη, τάχα μου χάλασε ξαφνικά η ταμειακή μηχανή)! Όπως και να ‘χει, το τελευταίο πράγμα το οποίο δικαιούνται οι Κρητικοί να πουν είναι το περίφημο «δεν υπάρχει Κράτος», γιατί εκτός από τα προαναφερθέντα, που αλλού στη χώρα κυκλοφορούν τόσα κωλο-φτιαγμένα αγροτικά, με αλουμινένιες ζάντες και σπόιλερς, χωρίς πινακίδες κυκλοφορίας! Για να μην αναφερθώ στις τιμές των εισιτηρίων των ΚΤΕΛ!
Όμως, επ’ ουδενί δεν εύχομαι οι άνθρωποι να «συνετιστούν» με τον σκληρότατο τρόπο που έχει επιβληθεί στους υπόλοιπους. Και αυτό γιατί, εάν εξαιρέσουμε το «επιχειρηματικό» κομμάτι, οι Κρητικοί είναι ένα υπόδειγμα φιλοξενίας, ζεστασιάς και εξωστρέφειας και, αν μη τι άλλο, διατηρούν με μεγαλύτερη επιμονή απ’ ότι πολλοί άλλοι Έλληνες τη γλώσσα τους και τις παραδόσεις τους. Δεν έχουν το κόμπλεξ κατωτερότητας άλλων περιοχών της χώρας, που το ίδιο αυτό το κόμπλεξ είναι που επιφέρει και την ειρωνεία γύρω από τα γλωσσικά ιδιώματα της κάθε περιοχής (λ.χ. το «νιι» και το «λιι»), τουναντίον που το έχουν σαν καμάρι ακόμη και οι πλέον σπουδασμένοι και «γραμματιζούμενοι» να επιμένουν στη προφορά (βλ. Γραμματικάκης). Το μόνο στο οποίο έχουν χάσει λίγο από τη ταυτότητά τους είναι στα σπίτια τους, που ούτε εδώ γλυτώσανε την έλευση του «μπετόν» (με τις αναμονές στη ταράτσα για να χτίσει η κόρη όταν παντρευτεί…). Εξαίρεση αποτελεί η Μηλιά Χανίων.
Η Μηλιά Χανίων, λοιπόν, είναι ένα project τριάντα χρονών, όταν και δύο νέοι αποφάσισαν να αναστηλώσουν εάν παλιό, γκρεμισμένο, μεσαιωνικό χωριό στη μέση του πουθενά. Σιγά-σιγά μεταμόρφωσαν το μέρος σε έναν παράδεισο, χωρίς να αλλοιώσουν τον παραδοσιακό χαρακτήρα του χώρου και, κυρίως, χωρίς να υποκύψουν στον εύκολο «εκμοντερνισμό» του, όπερ σημαίνει ότι δε θα βρείτε σπα και τζακούζι, ούτε night club, ούτε καν internet & wi-fi, γιατί απλώς το μέρος δεν έχει καν ρεύμα! Και πάνω που θα φοβότανε κανείς ότι το project έχει γίνει «trend», και για αυτό με κάποιο δισταγμό προχωρήσαμε στο εστιατόριο να φάμε, εκεί ήταν που εκπλαγήκαμε περισσότερο, αφού το φαγητό ήταν πολύ καλό, οι τιμές πάρα πολύ λογικές και μας κεράσανε και ρακή στο τέλος. Α, και φέρανε και απόδειξη ταμειακής!
Αυτό, όμως, που έχει γίνει, όχι μόνο «trend», αλλά καταντάει αηδία με την επανάληψή του είναι τα fish spa. Τί μανία κι αυτή! Όπου κι αν γυρίσεις το κεφάλι σου αντικρίζεις δεξαμενές με κάτι μικρά ψαράκια κι κάποια τουρίστρια να χασκογελάει από το γαργαλητό στα πόδια. Έλα, κυρά μου, στη Λίμνη Βουλιαγμένης να δεις πως δαγκώνουν τα ψάρια, σα πιράνχας! Μου θυμίζει τη τρέλα με το «frozen yogurt», που εξακολουθούν να ξεφυτρώνουν δεξιά κι αριστερά. Θες να βιώσεις κάτι το μοναδικό, κάτι το φυσικό, κάτι που δεν το έχω ξαναδεί πουθενά σε τέτοια έκταση στην Ελλάδα (ή αλλού); Πάρε τ’ αυτοκίνητο κι ανηφόρισε όποιον δρόμο ανεβαίνει προς τα βουνά και θα δεις μιλιούνια τους αετούς και τα όρνια να πετάνε!
Κι αν το φέρει ο δρόμος σου να φτάνεις στο οροπέδιο του Ομαλού Χανίων, κάνε τον κόπο κι ανέβα μέχρι το καταφύγιο του Καλλέργη, απ’ όπου η θέα είναι μοναδική. Μάλιστα, όταν η ορατότητα είναι καλή, φαίνεται, λέει ο καταφυγιάρχης, ακόμα κι ο Ταΰγετος στον ορίζοντα. Φυσικά, δεν νοείται άφιξη σε ένα μέρος, όπως κι στο καταφύγιο, και να μη σε φιλέψουνε ρακή. Μη τολμήσεις και κάνεις το λάθος, όμως, και εγείρεις το ερώτημα για το ποιανού η ρακή είναι καλύτερη: Χανίων, Ρεθύμνου, Ηρακλείου ή Λασιθίου. Θα συζητάς μέχρι το πρωί!
Οι μεν Χανιώτες λένε ότι η δική τους ρακή είναι η καλύτερη, γιατί έχουνε βροχές. Στη Σητεία υποστηρίζουν ότι ακριβώς επειδή στα Χανιά βρέχει πολύ, βγάζουνε καλύτερα κρασιά, αλλά η ρακή θέλει άνυδρα σταφύλια, γι’ αυτό η Λασιθιώτικη είναι καλύτερη. Στο Ηράκλειο λένε ότι επειδή το κλίμα τους δεν είναι ούτε πολύ βροχερό ούτε πολύ ξηρό, βγάζουνε καλύτερα και κρασιά και ρακή. Στο Ρέθυμνο, και δη στ’ Ανώγεια, λένε «πιες κι άσε τις φιλοσοφίες…». Σε εκείνο, όμως, που απαντάνε όλοι το ίδιο είναι στο εξής: και πόσες ρακές ήπιες σύντεκνε;
«Μία στην αρχή και μία στο τέλος. Οι ενδιάμεσες δεν μετράνε!».
***
«Ανάπλαση-Ανάδειξη»: όποτε βλέπω αυτή τη ταμπέλα με πιάνει ένα ρίγος! Πότε γιατί τη βάζουνε όταν ένα δωρεάν πολιτιστικό χώρο θέλουν να τον περιφράξουν και να βάλουν εισιτήριο, πότε γιατί χωρίς ίχνος σεβασμού θέλουν να χτίσουνε μια παρακείμενη καντίνα. Μα, ρε παιδιά, σωθήκανε οι επισκέπτες στο Ιδαίον Άντρο και πρέπει να επιστρατευτούν τέτοιου είδους παρεμβάσεις για να τους προσελκύσουμε; Κομβόι ολόκληρα από μηχανές, αυτοκίνητα και τροχόσπιτα ανηφορίζουν τον, κατά τ’ άλλα, πολύ καλό δρόμο για το βουνό, τί τη χρειαζόμαστε την ανάπλαση και ανάδειξη; Μου θυμίζει κάτι γραφικά ταβερνάκια που ο λόγος που πηγαίνεις είν’ ακριβώς επειδή σε γοητεύει η απλότητα και η παραδοσιακότητα τους κι ξαναπηγαίνεις λίγο καιρό αργότερα και το έχουν ανακαινίσει, βάζοντας καναπέδες, πολυελαίους και την παραγγελία την παίρνουνε με το κομπιουτεράκι. Και βρίζουνε μετά ότι έπεσε η κίνηση, φταίει το Κράτος, η ψηλή φορολόγηση κι ο κακός μας ο καιρός! Άδικο έχω;
Φτάνει με το πολιτισμό του «βορρά», πάω προς το «νότο» να γνωρίσω την άγρια πλευρά του νησιού, κάτω από τα Αστερούσια. Όνομα κι αυτό, σε γεμίζει ελπίδες ακούγοντας και την ετυμολογία του, ότι το μέρος είναι τόσο απόμερο που «γεμίζει από τους αστέρες» τη νύχτα λόγω ελλείψεως κάθε άλλης πηγής φωτός, φυσικής ή τεχνητής, και με προσδοκίες κατευθύνομαι προς τα εκεί. Σταματάω να ανάψω ένα κεράκι στην Μονή Οδηγήτριας και ακολουθώντας τον κακοτράχαλο χωματόδρομο κατηφορίζω προς τους Καλούς Λιμένες.
Και σε μια στροφή απάνω θαμπώνομαι! Τυφλώνομαι! Κοντεύω να πέσω κάτω με το παπί από τα εκτυφλωτικά φώτα των προβολέων του σταθμού ανεφοδιασμού πλοίων, καταμεσής της θάλασσας: το απόλυτο ξενέρωμα! Πιο απόμερα δε γίνεται! Φανταστείτε έναν οικισμό με δυο-τρία σπίτια, με απέραντη παραλία με βότσαλο και πεντακάθαρα νερά, πέντε-έξι σκηνές αφημένες κάτω από τα αρμυρίκια, και στο βάθος τρείς πελώριες δεξαμενές, σαν κι αυτές που βλέπουμε στα διυλιστήρια πάνω στην Εθνική Οδό για Κόρινθο. Και δεμένα τους ντόκους τρία-τέσσερα τεράστια πετρελαιοφόρα και εμπορικά με κοντέινερ και να σβουράνε γύρω τους καμιά δεκαριά ρυμουλκά! «Βαρδινογιάννης», λέει ο γέρο-Μιχάλης. «Έξυπνος άνθρωπος ο πατέρας του, με μυαλό. Βοσκός ήτανε κι πήγε κι έφτιαξε κάτι γραφειάρες στην Αθήνα, έβαλε μέσα και δυο-τρεις όμορφες κοπέλες να σηκώνουν τα τηλέφωνα και έφερνε τους Άραβες στα γραφεία και τους έκανε συμφωνίες. Έτσι δεν είναι Ποσειδώνα;». «Γαβ»!
Έφυγα τρέχοντας την άλλη μέρα προς αναζήτηση ερημικού μέρους που θα ικανοποιήσει τις ανησυχίες μου. Διέσχισα όλη τη νότια ακτογραμμή, περνώντας από τον Πύργο, τη Βιάννο (μα τί βάσανο κι αυτό με τα γένη των ονομάτων των χωριών: η Βιάννος, οι Βουκολιές, αλλά ο Φουρνές, ο Βάμος κ.α.), τη Μύρτο, την Ιεράπετρα, το ένα πιο πυκνοκατοικημένο από το άλλο, με τα θερμοκήπια να ασπρίζουν τις πλαγιές σα το χιόνι, τα συσκευαστήρια να κάνουν θόρυβο νυχθημερόν και τα ξενοδοχειακά συγκροτήματα να φυτρώνουν σα μανιτάρια εδώ κι εκεί. Είναι που η Χερσόνησος και τα Μάλια κακοχαρακτηρίζονται ως τουριστικά αίσχη.
Μετά από ολημερίς οδήγηση, φτάνω κατάκοπος στο τέλος του δρόμου, εκεί που η επόμενη ξηρά είναι η Μέση Ανατολή, εκεί που ο ήλιος ανατέλλει μέσα από τη θάλασσα: στη Ζάκρο. Άλλο νησί, σα να ήρθε από τη θάλασσα και να προσκολλήθηκε στην υπόλοιπη Κρήτη. Ίσως φταίνε τα γύρω βουνά που την απομονώνουν από το υπόλοιπο Λασίθι, ίσως φταίει που οι κάτοικοι της περιοχής μιλάνε, άγονται και φέρονται στην απόλυτη «νιρβάνα» (όπως ο φίλος μου ο Μάρκος, που κατάγεται από εκεί), λες κι ο κόσμος τούτος δεν έχει κανένα πρόβλημα.
Δε μου πήγε καρδιά να παίξω το παιχνίδι του ξένου που αναζητά δωμάτιο, γιατί συν τοις άλλοις ήθελα να πιάσω κουβέντα με τους ντόπιους και να μάθω το μυστικό της ηρεμίας τους. Ανταμείφθηκα για αυτό, γιατί βρήκα ένα πολύ περιποιημένο δωμάτιο για 20 ευρώ, που σήμαινε ότι θα επιβράβευα τον εαυτό μου με ένα περιποιημένο γεύμα, αντί με έναν απλό μεζέ ή σουβλάκια. Που να το φανταζόμουνα ότι οι κάτοικοι εδώ έφτιαξαν δωμάτια, όχι για να «χεστούν» στο τάλιρο, αλλά για να ξαποστάσει ο ταξιδιώτης και να φάει στις ταβέρνες τους. Μπορεί εμείς στην Αθήνα και αλλού να το ονομάζουμε «cross selling», αλλά στη Ζάκρο της Κρήτης το ονομάζουνε «φιλοξενία» με όλη τη σημασία της λέξεως! Πάντως, απάντηση στα ερωτήματά μου δεν πήρα, ίσως και να μου δόθηκε και να μη τη κατάλαβα, σαν τον Homer (Ζιλ Ντασέν) στο «Ποτέ τη Κυριακή», που έφυγε από την Ελλάδα ανήμπορος να καταλάβει τη νοοτροπία, πλην όμως καταγοητευμένος από τους ανθρώπους κι τα μέρη.
Τελευταίος σταθμός του ταξιδιού η Σπιναλόγκα. Στη διαδρομή σταμάτησα στο περίφημο Βάι, το οποίο δεν μπορώ να πω ότι με εντυπωσίασε ιδιαίτερα, ίσως γιατί λίγα χρόνια πριν είχα πάει στη Πρέβελη, οπότε και είχα δει πως είναι ένα φοινικόδασος. Εκείνο, όμως, που είναι εξαιρετικά εντυπωσιακή είναι η Μονή Τοπλού (ο Τοπλού, του Τοπλού, τον Τοπλού, δεν κάνω πλάκα!), με τα ανεκτίμητης αξίας κειμήλια και συγγράμματα, χώρια το ίδιο το κτίριο που είναι πολύ καλοσυντηρημένο. Πάντως, ούτε γκολφ είδα, ούτε πισίνες, ούτε ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις, σύμφωνα με κάποιο σκάνδαλο που κυκλοφορούσε παλιά.
«Ε, όχι, ρε παιδιά! Δέκα ευρώ για μισό μίλι απόσταση; Δέκα ευρώ χρεώνουν για να σε πάνε από την Ιεράπετρα στη Χρυσή, που είναι 8 μίλια μακριά!». Ανώμαλη η προσγείωση στον μαζικό τουρισμό, αλλά τι να ‘κανα που ήθελα πολύ να πάω στο μέρος που είχα διαβάσει κι ακούσει. Ξέρουν, όμως, οι άτιμοι ότι στην επιστροφή ούτε που θα τα σκέφτεσαι τα 10 ευρώ γιατί το μέρος είναι συγκλονιστικό! Η σκέψη ότι άνθρωποι ζήσανε μια ζωή σε ένα βράχο που δε θέλει ούτε 20 λεπτά για να τον κυκλώσεις με τα πόδια, στιγματισμένοι από όλη τη κοινωνία και με το θάνατο καθημερινή ρουτίνα, εύκολα σου φέρνει τα δάκρυα στα μάτια. Κι όμως, οι άνθρωποι αυτοί ζήσανε, γεννήσανε, διαβάσανε, θρέψανε, γλεντήσανε σαν να μην υπάρχει αύριο (που πράγματι δεν υπήρχε για πολλούς) κι εμείς καθόμαστε και κλαίμε γιατί έπεσε η καύτρα στο αυτοκίνητο κι έκαψε το κάθισμα. Που θα πάει, μαθαίνουμε…
Με αυτές τις εικόνες κατευθύνθηκα σ το Ηράκλειο για να πάρω το καράβι της επιστροφής, με ανάμεικτα συναισθήματα και ακόμη περισσότερη απορία για το τί τελικά είναι η Κρήτη και, κυρίως, για το ποιοι τελικά είναι οι Κρητικοί: είναι επιτήδειοι επιχειρηματίες, πιστοί στο υλιστικό πνεύμα της εποχής; είναι γραφικοί χωριάτες, που απολαμβάνουν τον τόπο τους χωρίς πολλές-πολλές προσδοκίες; είναι δουλευταράδες αγρότες που αξιοποιούν με το καλύτερο τρόπο τη γη και το κλίμα τους (αυτή τη ριμάδα την ελιά και που δεν την έχουνε φυτέψει; από βαθιά στον κάμπο ίσαμε τα χίλια μέτρα στο βουνό!). Ό,τι απορίες κι αν είχα στο ταξίδι, ό,τι ερωτήματα ανακύψαν στη διαδρομή έμελλαν να μου απαντηθούν με μιας.
Αφήνω το μηχανάκι στην άκρη και ανηφορίζω τα σκαλιά του τείχους. Ο ήλιος δύει και στον ουρανό του Ηρακλείου αρχίζουν και χορεύουν τα κόκκινα σύννεφα στον ορίζοντα. Από κάτω απλώνεται μια ακόμα τσιμεντούπολη και στο βάθος αχνοφαίνεται σκοτεινιασμένη, πια, η θάλασσα. Με το λιγοστό φως που απομένει πλησιάζω προς τον τάφο (τον Τάφο!) που επάνω του δε θα βρεις ούτε καντήλια, ούτε μάρμαρα πολυτελείας, ούτε κατεβατά από ηρωικές μάχες που ο νεκρός συμμετείχε ή επιτεύγματα και δωρεές που Εκείνος έκανε και μόνο αν σκύψεις λίγο προς το πίσω μέρος του θα δεις γραμμένα τα λόγια που ξαφνικά σου ανοίγουν διάπλατες τις πύλες της γνώσης, τις απαντήσεις σε όλα σου τα ερωτήματα, που όσο τα ανατρέχεις στο μυαλό σου, νιώθεις το ρεύμα να σε διαπερνά από πάνω μέχρι κάτω:
Έτσι, χωρίς σημεία στίξης, χωρίς έντονη γραφή, χωρίς έμφαση. Αυτοί είναι οι Κρητικοί…
Φτάνει με το πολιτισμό του «βορρά», πάω προς το «νότο» να γνωρίσω την άγρια πλευρά του νησιού, κάτω από τα Αστερούσια. Όνομα κι αυτό, σε γεμίζει ελπίδες ακούγοντας και την ετυμολογία του, ότι το μέρος είναι τόσο απόμερο που «γεμίζει από τους αστέρες» τη νύχτα λόγω ελλείψεως κάθε άλλης πηγής φωτός, φυσικής ή τεχνητής, και με προσδοκίες κατευθύνομαι προς τα εκεί. Σταματάω να ανάψω ένα κεράκι στην Μονή Οδηγήτριας και ακολουθώντας τον κακοτράχαλο χωματόδρομο κατηφορίζω προς τους Καλούς Λιμένες.
Και σε μια στροφή απάνω θαμπώνομαι! Τυφλώνομαι! Κοντεύω να πέσω κάτω με το παπί από τα εκτυφλωτικά φώτα των προβολέων του σταθμού ανεφοδιασμού πλοίων, καταμεσής της θάλασσας: το απόλυτο ξενέρωμα! Πιο απόμερα δε γίνεται! Φανταστείτε έναν οικισμό με δυο-τρία σπίτια, με απέραντη παραλία με βότσαλο και πεντακάθαρα νερά, πέντε-έξι σκηνές αφημένες κάτω από τα αρμυρίκια, και στο βάθος τρείς πελώριες δεξαμενές, σαν κι αυτές που βλέπουμε στα διυλιστήρια πάνω στην Εθνική Οδό για Κόρινθο. Και δεμένα τους ντόκους τρία-τέσσερα τεράστια πετρελαιοφόρα και εμπορικά με κοντέινερ και να σβουράνε γύρω τους καμιά δεκαριά ρυμουλκά! «Βαρδινογιάννης», λέει ο γέρο-Μιχάλης. «Έξυπνος άνθρωπος ο πατέρας του, με μυαλό. Βοσκός ήτανε κι πήγε κι έφτιαξε κάτι γραφειάρες στην Αθήνα, έβαλε μέσα και δυο-τρεις όμορφες κοπέλες να σηκώνουν τα τηλέφωνα και έφερνε τους Άραβες στα γραφεία και τους έκανε συμφωνίες. Έτσι δεν είναι Ποσειδώνα;». «Γαβ»!
Έφυγα τρέχοντας την άλλη μέρα προς αναζήτηση ερημικού μέρους που θα ικανοποιήσει τις ανησυχίες μου. Διέσχισα όλη τη νότια ακτογραμμή, περνώντας από τον Πύργο, τη Βιάννο (μα τί βάσανο κι αυτό με τα γένη των ονομάτων των χωριών: η Βιάννος, οι Βουκολιές, αλλά ο Φουρνές, ο Βάμος κ.α.), τη Μύρτο, την Ιεράπετρα, το ένα πιο πυκνοκατοικημένο από το άλλο, με τα θερμοκήπια να ασπρίζουν τις πλαγιές σα το χιόνι, τα συσκευαστήρια να κάνουν θόρυβο νυχθημερόν και τα ξενοδοχειακά συγκροτήματα να φυτρώνουν σα μανιτάρια εδώ κι εκεί. Είναι που η Χερσόνησος και τα Μάλια κακοχαρακτηρίζονται ως τουριστικά αίσχη.
Μετά από ολημερίς οδήγηση, φτάνω κατάκοπος στο τέλος του δρόμου, εκεί που η επόμενη ξηρά είναι η Μέση Ανατολή, εκεί που ο ήλιος ανατέλλει μέσα από τη θάλασσα: στη Ζάκρο. Άλλο νησί, σα να ήρθε από τη θάλασσα και να προσκολλήθηκε στην υπόλοιπη Κρήτη. Ίσως φταίνε τα γύρω βουνά που την απομονώνουν από το υπόλοιπο Λασίθι, ίσως φταίει που οι κάτοικοι της περιοχής μιλάνε, άγονται και φέρονται στην απόλυτη «νιρβάνα» (όπως ο φίλος μου ο Μάρκος, που κατάγεται από εκεί), λες κι ο κόσμος τούτος δεν έχει κανένα πρόβλημα.
Δε μου πήγε καρδιά να παίξω το παιχνίδι του ξένου που αναζητά δωμάτιο, γιατί συν τοις άλλοις ήθελα να πιάσω κουβέντα με τους ντόπιους και να μάθω το μυστικό της ηρεμίας τους. Ανταμείφθηκα για αυτό, γιατί βρήκα ένα πολύ περιποιημένο δωμάτιο για 20 ευρώ, που σήμαινε ότι θα επιβράβευα τον εαυτό μου με ένα περιποιημένο γεύμα, αντί με έναν απλό μεζέ ή σουβλάκια. Που να το φανταζόμουνα ότι οι κάτοικοι εδώ έφτιαξαν δωμάτια, όχι για να «χεστούν» στο τάλιρο, αλλά για να ξαποστάσει ο ταξιδιώτης και να φάει στις ταβέρνες τους. Μπορεί εμείς στην Αθήνα και αλλού να το ονομάζουμε «cross selling», αλλά στη Ζάκρο της Κρήτης το ονομάζουνε «φιλοξενία» με όλη τη σημασία της λέξεως! Πάντως, απάντηση στα ερωτήματά μου δεν πήρα, ίσως και να μου δόθηκε και να μη τη κατάλαβα, σαν τον Homer (Ζιλ Ντασέν) στο «Ποτέ τη Κυριακή», που έφυγε από την Ελλάδα ανήμπορος να καταλάβει τη νοοτροπία, πλην όμως καταγοητευμένος από τους ανθρώπους κι τα μέρη.
Τελευταίος σταθμός του ταξιδιού η Σπιναλόγκα. Στη διαδρομή σταμάτησα στο περίφημο Βάι, το οποίο δεν μπορώ να πω ότι με εντυπωσίασε ιδιαίτερα, ίσως γιατί λίγα χρόνια πριν είχα πάει στη Πρέβελη, οπότε και είχα δει πως είναι ένα φοινικόδασος. Εκείνο, όμως, που είναι εξαιρετικά εντυπωσιακή είναι η Μονή Τοπλού (ο Τοπλού, του Τοπλού, τον Τοπλού, δεν κάνω πλάκα!), με τα ανεκτίμητης αξίας κειμήλια και συγγράμματα, χώρια το ίδιο το κτίριο που είναι πολύ καλοσυντηρημένο. Πάντως, ούτε γκολφ είδα, ούτε πισίνες, ούτε ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις, σύμφωνα με κάποιο σκάνδαλο που κυκλοφορούσε παλιά.
«Ε, όχι, ρε παιδιά! Δέκα ευρώ για μισό μίλι απόσταση; Δέκα ευρώ χρεώνουν για να σε πάνε από την Ιεράπετρα στη Χρυσή, που είναι 8 μίλια μακριά!». Ανώμαλη η προσγείωση στον μαζικό τουρισμό, αλλά τι να ‘κανα που ήθελα πολύ να πάω στο μέρος που είχα διαβάσει κι ακούσει. Ξέρουν, όμως, οι άτιμοι ότι στην επιστροφή ούτε που θα τα σκέφτεσαι τα 10 ευρώ γιατί το μέρος είναι συγκλονιστικό! Η σκέψη ότι άνθρωποι ζήσανε μια ζωή σε ένα βράχο που δε θέλει ούτε 20 λεπτά για να τον κυκλώσεις με τα πόδια, στιγματισμένοι από όλη τη κοινωνία και με το θάνατο καθημερινή ρουτίνα, εύκολα σου φέρνει τα δάκρυα στα μάτια. Κι όμως, οι άνθρωποι αυτοί ζήσανε, γεννήσανε, διαβάσανε, θρέψανε, γλεντήσανε σαν να μην υπάρχει αύριο (που πράγματι δεν υπήρχε για πολλούς) κι εμείς καθόμαστε και κλαίμε γιατί έπεσε η καύτρα στο αυτοκίνητο κι έκαψε το κάθισμα. Που θα πάει, μαθαίνουμε…
Με αυτές τις εικόνες κατευθύνθηκα σ το Ηράκλειο για να πάρω το καράβι της επιστροφής, με ανάμεικτα συναισθήματα και ακόμη περισσότερη απορία για το τί τελικά είναι η Κρήτη και, κυρίως, για το ποιοι τελικά είναι οι Κρητικοί: είναι επιτήδειοι επιχειρηματίες, πιστοί στο υλιστικό πνεύμα της εποχής; είναι γραφικοί χωριάτες, που απολαμβάνουν τον τόπο τους χωρίς πολλές-πολλές προσδοκίες; είναι δουλευταράδες αγρότες που αξιοποιούν με το καλύτερο τρόπο τη γη και το κλίμα τους (αυτή τη ριμάδα την ελιά και που δεν την έχουνε φυτέψει; από βαθιά στον κάμπο ίσαμε τα χίλια μέτρα στο βουνό!). Ό,τι απορίες κι αν είχα στο ταξίδι, ό,τι ερωτήματα ανακύψαν στη διαδρομή έμελλαν να μου απαντηθούν με μιας.
Αφήνω το μηχανάκι στην άκρη και ανηφορίζω τα σκαλιά του τείχους. Ο ήλιος δύει και στον ουρανό του Ηρακλείου αρχίζουν και χορεύουν τα κόκκινα σύννεφα στον ορίζοντα. Από κάτω απλώνεται μια ακόμα τσιμεντούπολη και στο βάθος αχνοφαίνεται σκοτεινιασμένη, πια, η θάλασσα. Με το λιγοστό φως που απομένει πλησιάζω προς τον τάφο (τον Τάφο!) που επάνω του δε θα βρεις ούτε καντήλια, ούτε μάρμαρα πολυτελείας, ούτε κατεβατά από ηρωικές μάχες που ο νεκρός συμμετείχε ή επιτεύγματα και δωρεές που Εκείνος έκανε και μόνο αν σκύψεις λίγο προς το πίσω μέρος του θα δεις γραμμένα τα λόγια που ξαφνικά σου ανοίγουν διάπλατες τις πύλες της γνώσης, τις απαντήσεις σε όλα σου τα ερωτήματα, που όσο τα ανατρέχεις στο μυαλό σου, νιώθεις το ρεύμα να σε διαπερνά από πάνω μέχρι κάτω:
Έτσι, χωρίς σημεία στίξης, χωρίς έντονη γραφή, χωρίς έμφαση. Αυτοί είναι οι Κρητικοί…
Comments
Post a Comment