Διήμερο στην Ικαρία
Ικαρία – Εκεί που ο χρόνος μετράει αλλιώς…
«Σιγά, αφού δεν έχει ούτε το μισό μέγεθος της Ζακύνθου, που τη γύρισα σε τρεις μέρες, άρα σε μιάμιση μέρα θα την έχω ξεπετάξει!», σκέφτηκα όταν έκλεινα τα εισιτήρια της επιστροφής μαζί με του πηγαιμού. Δε λέω, με είχαν προειδοποιήσει ότι οι δρόμοι είναι δύσκολοι και με πολλές στροφές, αλλά με DR800 (ναι, DR800!) τι να καταλάβω από χώμα!
Μια και δυο, με το που βγαίνω από το καράβι κατευθύνομαι δυτικά, να κάνω το κομμάτι από Μαγγανίτη, Καρκινάγρι, Να, Αρμενιστή και να καταλήξω το απόγευμα στον Εύδηλο, ώστε την επόμενη μέρα να κάνω το ανατολικό κομμάτι και να ‘χω φτάσει Άγιο το βράδυ.
Σταματάω στο Μαγγανίτη για καφέ και μισή ώρα αργότερα ακόμη περιμένω να έρθουν να μου πάρουν παραγγελία. Πλησιάζω τη μπάρα και εκεί που είμαι έτοιμος να κάνω φασαρία τσουπ, έρχεται ένα τσιπουράκι. «Τώρα έρχεται και ο μεζές», λέει ο Νίκος κατεβάζοντας το γουόκι-τόκι από το αυτί του, με το οποίο έδινε παραγγελία στη μάνα του που ήταν στη κουζίνα δύο σπίτια παραπάνω. Πριν προλάβω να πω ότι καφέ θέλω, γιατί έχω και οδήγηση, μου φέρνει μια πιατέλα με της Παναγιάς τα μάτια: τσιπούρα, κολοκυθάκια τηγανιτά, λουκάνικο ντόπιο, πατάτες φρεσκοκομμένες και πάει λέγοντας! «Χμ, μάλιστα, τώρα αρχίζω και καταλαβαίνω τι εννοούν όταν μιλάνε για τους Ικαριώτικους ρυθμούς» και αρχίζω να υποψιάζομαι ότι μάλλον έκανα βλακεία που έκλεισα το καράβι για την επομένη.
Φεύγω από κει και μετά από μία πράγματι δύσκολη οδήγηση φτάνω στο μικρό οικισμό του Τραπάλου. Δυο σπίτια όλα κι όλα, αλλά πάνω σε μία φανταστική βοτσαλένια παραλία που τα νερά «φωνάζουν» για μια βουτιά. Λίγο πιο πέρα ένα ιστιοφόρο έχει δέσει για το βράδυ και κάπου στο βάθος μια οικογένεια χαίρεται το μπάνιο της. Μετά από μια γρήγορη βουτιά παίρνω το δρόμο προς τα εκεί που έχω αφήσει τη μηχανή, αλλά κάνοντας μια γύρα από το χωριό. Ξάφνου βρίσκομαι στην αυλή ενός σπιτιού με τρία τραπεζάκια και καρέκλες, αλλά τίποτα που να καταμαρτυρά ότι πρόκειται για κάποιο καφενείο ή ταβέρνα. Βγαίνει τότε από μέσα ένας παππούς περίπου 230 ετών, κρατώντας ένα δίσκο με ένα ποτηράκι. «Πάρε να πιεις ένα τσιπουράκι» μου λέει «και ο μεζές έρχεται», κάνοντας νεύμα στη κυρά του, λίγο μικρότερη σε ηλικία, περίπου 210. «Βρε παιδιά, έχω και να οδηγήσω, να φτάσω το βράδυ στην άλλη άκρη του νησιού, δε θα προλάβω!». «Τι να προλάβεις; Σε περιμένουνε τα ζώα να τα ταΐσεις; Ή μήπως δε μπορείς να αλλάξεις το εισιτήριό σου;», και ένιωσα πως έχω έρθει από άλλο πλανήτη, συνειδητοποιώντας το πόσο «κουβαλάω» ρυθμό μιας κοινωνίας που τα θέλει όλα με πρόγραμμα και χρονοδιάγραμμα.
Μετά από δυο ακόμα τσίπουρα, αντιλήφθηκα ότι κατέχω με τη μηχανή οδηγικές ικανότητες στο χώμα πολύ καλύτερες απ’ ότι νόμιζα (…) και σύντομα έφτασα στο Καρκινάγρι, απ’ όπου και ξεκινάει ένας απίστευτος δρόμος με θέα όλο το Αιγαίο. Ήταν και η ώρα που σιγόπεφτε ο ήλιος και τα χρώματα της θάλασσας έπαιζαν τρελά παιχνίδια με αυτά του ουρανού.
Σούρουπο πια έφτασα στο Να, έχοντας διανύσει ούτε το εν τέταρτο της διαδρομής που είχα αρχικά στο μυαλό μου. Βρίσκω ένα δωμάτιο, βάζω το μαγιό, παίρνω τη πετσέτα και τραβάω κατά τη διάσημη παραλία να κάνω μια βουτιά. «ARE YOU CRAZY???», ωρύεται η Thea με το που με βλέπει! «Treis pnigmous eixame fetos kai den exo kamia orexi na paratiso tous pelates gia na se mazevo!», είπε σε άπταιστα ελληνικά και με ολίγη αμερικάνικη προφορά. Αλλά μετά από τόσα χρόνια παντρεμένη με Ικαριώτη κι έχοντας φιλοξενήσει στο ξενοδοχείο της πάμπολλους Έλληνες, αλλά και ξένους, έχει πεισθεί η κακομοίρα ότι «common sense» και τσίπουρο δε συμβαδίζουν. «Αν δεν είμαι πίσω σε μισή ώρα, τότε να ανησυχήσεις», της λέω και με αποφασιστικό βήμα κατηφορίζω τα σκαλιά για τη παραλία. Ολομόναχος πια, καθώς είχε σχεδόν νυχτώσει, μπαίνω στη θάλασσα, που είχε ένα ελαφρύ κυματάκι. Με το που σχεδόν δε πατώνω, κάνει μια το νερό και με ρουφάει κατά μέσα στα βαθιά. «Χέζομαι» πάνω μου και αρχίζω να συνειδητοποιώ ότι μάλλον την έκανα τη μαλακία. Για καλή μου τύχη, έχουν δέσει ένα σκοινί από τη παραλία μέχρι έναν βράχο στη μέση της θάλασσας (προφανώς για κάτι μαλάκες σα κι εμένα), το αρπάζω και τραβιέμαι στην ακτή. Μαζεύω άρον άρον τη πετσέτα, ανεβαίνω τρέχοντας τα σκαλιά, περνάω μπροστά από τη Thea και με αδιάφορο ύφος της λέω «the water was wonderful!». Το υπόλοιπο βράδυ το έβγαλα με πορτοκαλάδα, συζητώντας με ένα μεσήλικο ζευγάρι Αμερικανών για το νόημα της ζωής…
Την άλλη μέρα κατευθύνθηκα προς το ημιορεινό χωριό του Χριστού Ραχών, που μου είπαν ότι έχει ωραία πλατεία για καφέ. Ξανά μανά το ίδιο τροπάρι: ήρθαν για παραγγελία κάνα μισάωρο αργότερα, κάναν άλλο τόσο να τον φέρουνε, πρόλαβα κι έκανα και δυο τσιγάρα από τη στιγμή που έκανα νόημα για το λογαριασμό μέχρι να έρθουν στο τραπέζι. Ευτυχώς είχα ψιλά και δεν χρειάστηκε να περιμένω ρέστα! Μπαίνω σε ένα mini market να πάρω κάτι για το δρόμο και όταν φτάνω στο ταμείο ήταν μπροστά μου μια κυρία και κουβέντιαζε με τη ταμία. «Τι κάνεις Τασία μου;», «Καλά είμαι», «Τα παιδάκια σου;», «Μια χαρά Μαρία μου», «Και πες μου τώρα, ο μικρός πως τα πάει στο σχολείο;» (και) «Το Κατερινάκι με κείνο το κρυολόγημα, είναι καλύτερα;» (και) «Για πες μου, ποιοι ήρθαν φέτος στο πανηγύρι;» (και, και, και!). Πάνω που είμαι έτοιμος να παρατήσω τα ψώνια και να φύγω, λέει η ταμίας «Τα γράφω κι αυτά;», «Ναι, ναι και θα σε πληρώσω στο τέλος της ‘βδομάδας». Έρχεται η σειρά μου, δυο-τρια πραγματάκια όχι παραπάνω από 2,5 ευρώ, της βγάζω 50άρικο (είπαμε, τα ψιλά φύγαν στον καφέ). «Αχ, πουλάκι μου, δεν έχω ρέστα». «Και τι να κάνουμε τώρα;», της λέω. «Πως σε λένε;», μου λέει. «Δημήτρη». «Λοιπόν, Δημήτρη, σε γράφω κι εσένα στο τεφτέρι, όταν ξαναπεράσεις μου τα δίνεις». Τα χάνω. Πάω να της πω «Μα πως, χωρίς να με ξέρεις;», αλλά σκέφτηκα ότι θα τη πρόσβαλα, θα της αμφισβητούσα τη κοσμοθεωρία της!
Φεύγω και κατευθύνομαι προς το βουνό για να επισκεφθώ τη Μονή Μουντέ και από κει τη Μονή Θεοκτίστης. Μια καταπληκτική διαδρομή μέσα από καστανιές, πεύκα και βελανιδιές, έφτασα στη πρώτη, μόνο και μόνο για να τη βρω κλειστή. Την ώρα που κάνω να φύγω ακούω φλαπ, φλαπ και ένας πανέμορφος σταχτοτσικνιάς περνάει από πάνω μου και κάθεται σ’ ένα δέντρο. Μα τι όμορφο πουλί και τι όμορφο μέρος. Από πού να ‘ρθε και για πού να πηγαίνει, σκέφτηκα. Αλλά κι εγώ, από πού ήρθα και για πού πηγαίνω, ήταν η επόμενη σκέψη, και θυμήθηκα τη κουβέντα που είχα το προηγούμενο βράδυ με τους Αμερικάνους.
Η δεύτερη ήταν ανοικτή και μάλιστα πολύ εντυπωσιακή, με τα βράχια να τη σκεπάζουν σα δυο μεγάλες πίνες, ωσάν να τοποθετήθηκαν εκεί μετά το χτίσιμο του Καθολικού. Αλλιώς, δε το βάζει νους πως τα βράχια αυτά στέκονταν εκεί πριν ο άνθρωπος έρθει να εκφράσει τη δέησή του, κατά τ’ άλλα ένας εξαιρετικός συμβολισμός για ένα νησί του Αιγαίου.
Μεσημέριασε. Άντε να πάμε για κάνα μπάνιο τώρα που άνοιξε και ο καιρός. Σεπτέμβρης γαρ, όλο το πρωί τη γυρόφερνε τη βροχή. Παίρνω το παραλιακό δρόμο από Εύδηλο και ανατολικά, σε αναζήτηση παραλίας που να μην είναι τόσο οργανωμένη, αλλ’ ούτε και να πρέπει να σπάσω τα πόδια μου για να τη κατέβω. Περνάω μία, περνάω δυο και να ‘τη, μια ωραία παραλία που κατεβαίνει η μηχανή, χωρίς πολύ κόσμο και μ’ ένα απλό μπιτσόμπαρο. Μαθαίνω ότι τη λένε παραλία του Άρη και ένα από τα αξιοθέατά κοντά της είναι ο παλιός νερόμυλος, λίγο παραπάνω στο ρέμα που εκβάλει σε αυτή. Λέω να πάω, αν και άρχιζε σιγά σιγά να σουρουπώνει. Ολομόναχος μέσα σε ένα ειδυλλιακό περιβάλλον από πλατάνια και φτέρες, νόμισα προς στιγμήν πως άκουσα μια λύρα να παίζει. Όχι λύρα Κρητική ή Ποντιακή, αλλά τη λύρα του Ορφέα που καλεί σε μυσταγωγία τις Νύμφες και τις Δρυάδες, που παρέα με τον Πάνα κυνηγιόνται στις ρεματιές σαν ερωτευμένοι έφηβοι. Για μια στιγμή νόμισα ότι τρελαίνομαι ακούγοντας βήματα στις φυλλωσιές και προτού πιστέψω ότι τούτο δω το μέρος πάει να μου πάρει το μυαλό, εμφανίζεται ένας τουρίστας μπροστά μου από το πουθενά. «Γεια» μου λέει. «Έρχομαι εδώ τα τελευταία πέντε χρόνια και συνομιλώ με τον Ορφέα. Μήπως τον είδες πουθενά απόψε;». «Αϊντέ», σκέφτομαι, «τελικά κυκλοφορούν κι άλλοι τρελοί». «Όχι», αποκρίνομαι, «αλλά πες μου, τι σε φέρνει στο νησί;». «Μα θέλει κι ερώτημα;», μου λέει. «Εδώ ο κόσμος είναι τελείως chill out! Σκέψου ότι χθες σε ένα mini market στο Χριστό Ραχών δεν είχαν να μου δώσουν ρέστα και χωρίς να με ξέρουνε, απλά ζητήσανε το όνομά μου για να το γράψουνε σε ένα τεφτέρι και θα πάω αύριο να τους πληρώσω. Να ξέρεις, άμα αφήσεις το χρέος απλήρωτο θα σε κυνηγάει ο Πάνας για πάντα!» ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ, δεν μπορούσα να σταματήσω να γελάω! «Σε παρακαλώ», του λέω, «Κάνε μου μια χάρη. Επειδή δεν έχω καμία όρεξη να με στοιχειώσει ο Πάνας για το υπόλοιπο της ζωής μου, πάρε τούτα ‘δω τα 2,5 ευρώ και όταν πας αύριο να πληρώσεις την οφειλή σου, πλήρωσε και τη δική μου. Δημήτρη, πες τους», και έφυγα τρέχοντας προς τη παραλία. Λίγο πριν βγω από τη ρεματιά, σα ν’ άκουσα απόμακρα τα χαχανητά των Νυμφών να μου λένε «τη γλύτωσες…».
Ώρα να κατευθυνθώ προς το λιμάνι. Έχοντας ακόμη κάνα δίωρο μέχρι τα μεσάνυχτα που θα έπαιρνα το καράβι, σταματάω σε ένα καφενεδάκι στο Καραβοστάμο για ένα τσιπουράκι και μεζέ. Δε περνάει λίγη ώρα και «σκάει» από μια γωνιά μια κιθάρα, κάθεται σε ένα τραπεζάκι και αρχίζει να παίζει σ’ έναν ανατολίτικο ρυθμό. Τσουπ, μετά από λίγο έρχεται ένα βιολί και ξεκινά να σιγοντάρει τη κιθάρα. Δε περνάει λίγη ώρα και ένα ακορντεόν κάνει την εμφάνισή του και όλοι μαζί αρχινάνε να παίζουν έναν μεθυστικό καρσιλαμά. Οι ξένοι κοιτιόνται μεταξύ τους και προσπαθούν να καταλάβουν τι είναι αυτό πού ‘χει φέρει δάκρυα στα μάτια των θαμώνων, ώσπου από μια γωνιά εμφανίζεται μια κοπελίτσα και αρχίζει να τραγουδά:
Σηκώνομαι από το τραπέζι καταστεναχωρημένος που πρέπει να αποχωριστώ αυτή την υπέροχη συντροφιά. Όπως περπατώ μες στα σκοτάδια προς τη μηχανή βλέπω μια σκιά να έρχεται προς μέρος μου. Είναι ο τρελός τουρίστας, που με βλέπει λυπημένο και μου λέει: «Θα σε δω σύντομα, ε;». «Πως το ‘χεις σίγουρο;», του λέω. «Βρε, άκου με που σου λέω…».
Φτάνοντας στο λιμάνι λαμβάνω ένα τηλεφώνημα από το φίλο μου το Γιώργο: «Να σου πω», μου λέει, «Έχει πανηγύρι την άλλη βδομάδα στο Μονοκάμπι Ικαρίας. Θα πάμε;». «Έγινε!!!».
Μια και δυο, με το που βγαίνω από το καράβι κατευθύνομαι δυτικά, να κάνω το κομμάτι από Μαγγανίτη, Καρκινάγρι, Να, Αρμενιστή και να καταλήξω το απόγευμα στον Εύδηλο, ώστε την επόμενη μέρα να κάνω το ανατολικό κομμάτι και να ‘χω φτάσει Άγιο το βράδυ.
Σταματάω στο Μαγγανίτη για καφέ και μισή ώρα αργότερα ακόμη περιμένω να έρθουν να μου πάρουν παραγγελία. Πλησιάζω τη μπάρα και εκεί που είμαι έτοιμος να κάνω φασαρία τσουπ, έρχεται ένα τσιπουράκι. «Τώρα έρχεται και ο μεζές», λέει ο Νίκος κατεβάζοντας το γουόκι-τόκι από το αυτί του, με το οποίο έδινε παραγγελία στη μάνα του που ήταν στη κουζίνα δύο σπίτια παραπάνω. Πριν προλάβω να πω ότι καφέ θέλω, γιατί έχω και οδήγηση, μου φέρνει μια πιατέλα με της Παναγιάς τα μάτια: τσιπούρα, κολοκυθάκια τηγανιτά, λουκάνικο ντόπιο, πατάτες φρεσκοκομμένες και πάει λέγοντας! «Χμ, μάλιστα, τώρα αρχίζω και καταλαβαίνω τι εννοούν όταν μιλάνε για τους Ικαριώτικους ρυθμούς» και αρχίζω να υποψιάζομαι ότι μάλλον έκανα βλακεία που έκλεισα το καράβι για την επομένη.
Φεύγω από κει και μετά από μία πράγματι δύσκολη οδήγηση φτάνω στο μικρό οικισμό του Τραπάλου. Δυο σπίτια όλα κι όλα, αλλά πάνω σε μία φανταστική βοτσαλένια παραλία που τα νερά «φωνάζουν» για μια βουτιά. Λίγο πιο πέρα ένα ιστιοφόρο έχει δέσει για το βράδυ και κάπου στο βάθος μια οικογένεια χαίρεται το μπάνιο της. Μετά από μια γρήγορη βουτιά παίρνω το δρόμο προς τα εκεί που έχω αφήσει τη μηχανή, αλλά κάνοντας μια γύρα από το χωριό. Ξάφνου βρίσκομαι στην αυλή ενός σπιτιού με τρία τραπεζάκια και καρέκλες, αλλά τίποτα που να καταμαρτυρά ότι πρόκειται για κάποιο καφενείο ή ταβέρνα. Βγαίνει τότε από μέσα ένας παππούς περίπου 230 ετών, κρατώντας ένα δίσκο με ένα ποτηράκι. «Πάρε να πιεις ένα τσιπουράκι» μου λέει «και ο μεζές έρχεται», κάνοντας νεύμα στη κυρά του, λίγο μικρότερη σε ηλικία, περίπου 210. «Βρε παιδιά, έχω και να οδηγήσω, να φτάσω το βράδυ στην άλλη άκρη του νησιού, δε θα προλάβω!». «Τι να προλάβεις; Σε περιμένουνε τα ζώα να τα ταΐσεις; Ή μήπως δε μπορείς να αλλάξεις το εισιτήριό σου;», και ένιωσα πως έχω έρθει από άλλο πλανήτη, συνειδητοποιώντας το πόσο «κουβαλάω» ρυθμό μιας κοινωνίας που τα θέλει όλα με πρόγραμμα και χρονοδιάγραμμα.
Μετά από δυο ακόμα τσίπουρα, αντιλήφθηκα ότι κατέχω με τη μηχανή οδηγικές ικανότητες στο χώμα πολύ καλύτερες απ’ ότι νόμιζα (…) και σύντομα έφτασα στο Καρκινάγρι, απ’ όπου και ξεκινάει ένας απίστευτος δρόμος με θέα όλο το Αιγαίο. Ήταν και η ώρα που σιγόπεφτε ο ήλιος και τα χρώματα της θάλασσας έπαιζαν τρελά παιχνίδια με αυτά του ουρανού.
Σούρουπο πια έφτασα στο Να, έχοντας διανύσει ούτε το εν τέταρτο της διαδρομής που είχα αρχικά στο μυαλό μου. Βρίσκω ένα δωμάτιο, βάζω το μαγιό, παίρνω τη πετσέτα και τραβάω κατά τη διάσημη παραλία να κάνω μια βουτιά. «ARE YOU CRAZY???», ωρύεται η Thea με το που με βλέπει! «Treis pnigmous eixame fetos kai den exo kamia orexi na paratiso tous pelates gia na se mazevo!», είπε σε άπταιστα ελληνικά και με ολίγη αμερικάνικη προφορά. Αλλά μετά από τόσα χρόνια παντρεμένη με Ικαριώτη κι έχοντας φιλοξενήσει στο ξενοδοχείο της πάμπολλους Έλληνες, αλλά και ξένους, έχει πεισθεί η κακομοίρα ότι «common sense» και τσίπουρο δε συμβαδίζουν. «Αν δεν είμαι πίσω σε μισή ώρα, τότε να ανησυχήσεις», της λέω και με αποφασιστικό βήμα κατηφορίζω τα σκαλιά για τη παραλία. Ολομόναχος πια, καθώς είχε σχεδόν νυχτώσει, μπαίνω στη θάλασσα, που είχε ένα ελαφρύ κυματάκι. Με το που σχεδόν δε πατώνω, κάνει μια το νερό και με ρουφάει κατά μέσα στα βαθιά. «Χέζομαι» πάνω μου και αρχίζω να συνειδητοποιώ ότι μάλλον την έκανα τη μαλακία. Για καλή μου τύχη, έχουν δέσει ένα σκοινί από τη παραλία μέχρι έναν βράχο στη μέση της θάλασσας (προφανώς για κάτι μαλάκες σα κι εμένα), το αρπάζω και τραβιέμαι στην ακτή. Μαζεύω άρον άρον τη πετσέτα, ανεβαίνω τρέχοντας τα σκαλιά, περνάω μπροστά από τη Thea και με αδιάφορο ύφος της λέω «the water was wonderful!». Το υπόλοιπο βράδυ το έβγαλα με πορτοκαλάδα, συζητώντας με ένα μεσήλικο ζευγάρι Αμερικανών για το νόημα της ζωής…
Την άλλη μέρα κατευθύνθηκα προς το ημιορεινό χωριό του Χριστού Ραχών, που μου είπαν ότι έχει ωραία πλατεία για καφέ. Ξανά μανά το ίδιο τροπάρι: ήρθαν για παραγγελία κάνα μισάωρο αργότερα, κάναν άλλο τόσο να τον φέρουνε, πρόλαβα κι έκανα και δυο τσιγάρα από τη στιγμή που έκανα νόημα για το λογαριασμό μέχρι να έρθουν στο τραπέζι. Ευτυχώς είχα ψιλά και δεν χρειάστηκε να περιμένω ρέστα! Μπαίνω σε ένα mini market να πάρω κάτι για το δρόμο και όταν φτάνω στο ταμείο ήταν μπροστά μου μια κυρία και κουβέντιαζε με τη ταμία. «Τι κάνεις Τασία μου;», «Καλά είμαι», «Τα παιδάκια σου;», «Μια χαρά Μαρία μου», «Και πες μου τώρα, ο μικρός πως τα πάει στο σχολείο;» (και) «Το Κατερινάκι με κείνο το κρυολόγημα, είναι καλύτερα;» (και) «Για πες μου, ποιοι ήρθαν φέτος στο πανηγύρι;» (και, και, και!). Πάνω που είμαι έτοιμος να παρατήσω τα ψώνια και να φύγω, λέει η ταμίας «Τα γράφω κι αυτά;», «Ναι, ναι και θα σε πληρώσω στο τέλος της ‘βδομάδας». Έρχεται η σειρά μου, δυο-τρια πραγματάκια όχι παραπάνω από 2,5 ευρώ, της βγάζω 50άρικο (είπαμε, τα ψιλά φύγαν στον καφέ). «Αχ, πουλάκι μου, δεν έχω ρέστα». «Και τι να κάνουμε τώρα;», της λέω. «Πως σε λένε;», μου λέει. «Δημήτρη». «Λοιπόν, Δημήτρη, σε γράφω κι εσένα στο τεφτέρι, όταν ξαναπεράσεις μου τα δίνεις». Τα χάνω. Πάω να της πω «Μα πως, χωρίς να με ξέρεις;», αλλά σκέφτηκα ότι θα τη πρόσβαλα, θα της αμφισβητούσα τη κοσμοθεωρία της!
Φεύγω και κατευθύνομαι προς το βουνό για να επισκεφθώ τη Μονή Μουντέ και από κει τη Μονή Θεοκτίστης. Μια καταπληκτική διαδρομή μέσα από καστανιές, πεύκα και βελανιδιές, έφτασα στη πρώτη, μόνο και μόνο για να τη βρω κλειστή. Την ώρα που κάνω να φύγω ακούω φλαπ, φλαπ και ένας πανέμορφος σταχτοτσικνιάς περνάει από πάνω μου και κάθεται σ’ ένα δέντρο. Μα τι όμορφο πουλί και τι όμορφο μέρος. Από πού να ‘ρθε και για πού να πηγαίνει, σκέφτηκα. Αλλά κι εγώ, από πού ήρθα και για πού πηγαίνω, ήταν η επόμενη σκέψη, και θυμήθηκα τη κουβέντα που είχα το προηγούμενο βράδυ με τους Αμερικάνους.
Η δεύτερη ήταν ανοικτή και μάλιστα πολύ εντυπωσιακή, με τα βράχια να τη σκεπάζουν σα δυο μεγάλες πίνες, ωσάν να τοποθετήθηκαν εκεί μετά το χτίσιμο του Καθολικού. Αλλιώς, δε το βάζει νους πως τα βράχια αυτά στέκονταν εκεί πριν ο άνθρωπος έρθει να εκφράσει τη δέησή του, κατά τ’ άλλα ένας εξαιρετικός συμβολισμός για ένα νησί του Αιγαίου.
Μεσημέριασε. Άντε να πάμε για κάνα μπάνιο τώρα που άνοιξε και ο καιρός. Σεπτέμβρης γαρ, όλο το πρωί τη γυρόφερνε τη βροχή. Παίρνω το παραλιακό δρόμο από Εύδηλο και ανατολικά, σε αναζήτηση παραλίας που να μην είναι τόσο οργανωμένη, αλλ’ ούτε και να πρέπει να σπάσω τα πόδια μου για να τη κατέβω. Περνάω μία, περνάω δυο και να ‘τη, μια ωραία παραλία που κατεβαίνει η μηχανή, χωρίς πολύ κόσμο και μ’ ένα απλό μπιτσόμπαρο. Μαθαίνω ότι τη λένε παραλία του Άρη και ένα από τα αξιοθέατά κοντά της είναι ο παλιός νερόμυλος, λίγο παραπάνω στο ρέμα που εκβάλει σε αυτή. Λέω να πάω, αν και άρχιζε σιγά σιγά να σουρουπώνει. Ολομόναχος μέσα σε ένα ειδυλλιακό περιβάλλον από πλατάνια και φτέρες, νόμισα προς στιγμήν πως άκουσα μια λύρα να παίζει. Όχι λύρα Κρητική ή Ποντιακή, αλλά τη λύρα του Ορφέα που καλεί σε μυσταγωγία τις Νύμφες και τις Δρυάδες, που παρέα με τον Πάνα κυνηγιόνται στις ρεματιές σαν ερωτευμένοι έφηβοι. Για μια στιγμή νόμισα ότι τρελαίνομαι ακούγοντας βήματα στις φυλλωσιές και προτού πιστέψω ότι τούτο δω το μέρος πάει να μου πάρει το μυαλό, εμφανίζεται ένας τουρίστας μπροστά μου από το πουθενά. «Γεια» μου λέει. «Έρχομαι εδώ τα τελευταία πέντε χρόνια και συνομιλώ με τον Ορφέα. Μήπως τον είδες πουθενά απόψε;». «Αϊντέ», σκέφτομαι, «τελικά κυκλοφορούν κι άλλοι τρελοί». «Όχι», αποκρίνομαι, «αλλά πες μου, τι σε φέρνει στο νησί;». «Μα θέλει κι ερώτημα;», μου λέει. «Εδώ ο κόσμος είναι τελείως chill out! Σκέψου ότι χθες σε ένα mini market στο Χριστό Ραχών δεν είχαν να μου δώσουν ρέστα και χωρίς να με ξέρουνε, απλά ζητήσανε το όνομά μου για να το γράψουνε σε ένα τεφτέρι και θα πάω αύριο να τους πληρώσω. Να ξέρεις, άμα αφήσεις το χρέος απλήρωτο θα σε κυνηγάει ο Πάνας για πάντα!» ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ, δεν μπορούσα να σταματήσω να γελάω! «Σε παρακαλώ», του λέω, «Κάνε μου μια χάρη. Επειδή δεν έχω καμία όρεξη να με στοιχειώσει ο Πάνας για το υπόλοιπο της ζωής μου, πάρε τούτα ‘δω τα 2,5 ευρώ και όταν πας αύριο να πληρώσεις την οφειλή σου, πλήρωσε και τη δική μου. Δημήτρη, πες τους», και έφυγα τρέχοντας προς τη παραλία. Λίγο πριν βγω από τη ρεματιά, σα ν’ άκουσα απόμακρα τα χαχανητά των Νυμφών να μου λένε «τη γλύτωσες…».
Ώρα να κατευθυνθώ προς το λιμάνι. Έχοντας ακόμη κάνα δίωρο μέχρι τα μεσάνυχτα που θα έπαιρνα το καράβι, σταματάω σε ένα καφενεδάκι στο Καραβοστάμο για ένα τσιπουράκι και μεζέ. Δε περνάει λίγη ώρα και «σκάει» από μια γωνιά μια κιθάρα, κάθεται σε ένα τραπεζάκι και αρχίζει να παίζει σ’ έναν ανατολίτικο ρυθμό. Τσουπ, μετά από λίγο έρχεται ένα βιολί και ξεκινά να σιγοντάρει τη κιθάρα. Δε περνάει λίγη ώρα και ένα ακορντεόν κάνει την εμφάνισή του και όλοι μαζί αρχινάνε να παίζουν έναν μεθυστικό καρσιλαμά. Οι ξένοι κοιτιόνται μεταξύ τους και προσπαθούν να καταλάβουν τι είναι αυτό πού ‘χει φέρει δάκρυα στα μάτια των θαμώνων, ώσπου από μια γωνιά εμφανίζεται μια κοπελίτσα και αρχίζει να τραγουδά:
Çadırımın üstüne şıp dedi damladı
(Η βροχή έπεφτε στο τσαντίρι μου)
Allah canımı almadı almadı
(Κι ο Θεός λυπάται τη ψυχή μου)
Veresiye vere vere, kalmadı kalmadı
(Πουλώντας βερεσέ, τίποτα δε μού ‘χει μείνει)
Allah canımı almadı almadı
(Κι ο Θεός λυπάται τη ψυχή μου)
Hey! Rompi Rompi Rompi Rompi
(Έι! Ρομπί Ρομπί Ρομπί Ρομπί)
Şimdi de geldi konak vakti
(Ας αράξουμε στο αρχοντικό μας)
Sür sür cezveler kaynasın kaynasın
(Βάλ’ τη κατσαρόλα στη φωτιά να βράσει)
Halime' nin göbe-gi oynasın oynasın
(Αχ, βρε Χαλιμά, κάνε τα τσαλίμια σου)
Veresiye vere vere, kalmasın kalmasın
(Κι ας πουλήσουμε βερεσέ, κι ας τίποτα μη μείνει)
Allah canımı almasın almasın
(Κι ας λυπηθεί ο Θεός τη ψυχή μου)
Hey! Rompi Rompi Rompi Rompi
(Έι! Ρομπί Ρομπί Ρομπί Ρομπί)
Şimdi de geldi içmek vakti
(Ας πιούμε μέχρι τέλους)
Domatesin çekirdeği kırmızı kırmızı
(Οι ντομάτες έχουν γίνει κατακόκκινες)
Kızlar bu dünyanın yıldızı yıldızı
(Οι κοπέλες είναι τ’ άστρα του ντουνιά)
Domatesin çekirdeği sapsarı sapsarı
(Οι ντομάτες έχουν γίνει κατακίτρινες)
Erkekler bu dünyanın şapşalı şapşalı
(Τα αγόρια είναι οι βλάκες του ντουνιά)
Hey! Rompi Rompi Rompi Rompi
(Έι! Ρομπί Ρομπί Ρομπί Ρομπί)
Rompi Rompi Maşallah
(Ρομπί Ρομπί Δόξα τω Θεώ)
Σηκώνομαι από το τραπέζι καταστεναχωρημένος που πρέπει να αποχωριστώ αυτή την υπέροχη συντροφιά. Όπως περπατώ μες στα σκοτάδια προς τη μηχανή βλέπω μια σκιά να έρχεται προς μέρος μου. Είναι ο τρελός τουρίστας, που με βλέπει λυπημένο και μου λέει: «Θα σε δω σύντομα, ε;». «Πως το ‘χεις σίγουρο;», του λέω. «Βρε, άκου με που σου λέω…».
Φτάνοντας στο λιμάνι λαμβάνω ένα τηλεφώνημα από το φίλο μου το Γιώργο: «Να σου πω», μου λέει, «Έχει πανηγύρι την άλλη βδομάδα στο Μονοκάμπι Ικαρίας. Θα πάμε;». «Έγινε!!!».
Comments
Post a Comment